-Κοίτα.. διστάζω. Εκτός από
τον Ιάσονα που γνώρισα σήμερα, νομίζω πως χτες βράδυ, ή το ξημέρωμα –δεν ξέρω,
δεν έχει σημασία- γνώρισα και .. τον Θεό.
-Α! λέει μόνο η Αμαλία.
-Βέβαια είναι πολύ φρέσκια η
γνωριμία μας αλλά, αυτό που μου είπες χτες για το σύμπαν… δεν ξέρω πως το
εννοούσες εσύ, αλλά ξαφνικά άρχισε να έχει πολύ νόημα. Δηλαδή, υπόσταση, πώς να
στο πω;
-Κι αυτό έγινε μετά που
προσευχήθηκες; Ρωτάει η φίλη μου.
-Δεν ξέρω, σαν να έγιναν
παράλληλα. Σαν να είχα τόσο πολύ ανάγκη από αγάπη, να μιλήσω σε κάποιον απ΄τα
βάθη της καρδιάς μου, που άρχισα να μιλάω στο πουθενά, αλλά δεν ήταν πουθενά!
Το «πουθενά» άρχισε να μου απαντάει! Ή μάλλον να μου στέλνει
σήματα..σημάδια…φως… Νομίζεις πως είμαι
τρελή;
-Το μόνο που δεν νομίζω
είναι πως είσαι τρελή, απαντάει πάντα σοβαρή η Αμαλία. Συνέχισε!
-Μετά που έφυγες, ξύπνησα-
δεν ξέρω τι ώρα ήταν- αλλά ένιωσα μια παράξενη αίσθηση, που δεν την είχα
αισθανθεί ποτέ πριν. Ήμουν ολομόναχη στο σπίτι, αλλά δεν ήμουν καθόλου μόνη.
Υπήρχε γύρω μου και μέσα μου μια παρουσία τόσο καθησυχαστική, που περίμενε απλά
να πιάσω το χέρι που μου άπλωνε. Περίμενε να με αγαπήσει. Μάλλον πάντα με
αγαπούσε, απλά εγώ δεν κοίταζα προς την μεριά της. Της, Του… Το… Δεν ξέρω. Από
χτες έχω δώσει «σ΄αυτό» τόσα ονόματα, όλα με διαφορετικό φύλο. ΤΟ σύμπαν, Η
παρουσία, Ο Θεός. Όλα όμως είναι το ίδιο
πράγμα. Κάτι που με ηρεμεί και με κάνει να χαμογελάω. Και μου δείχνει που θέλω
να πάω. Και μπορώ να του απευθύνομαι…